- ἐμπύριος
- ἐμπύριοςbelonging to the empyreanmasc/fem nom sg
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
ἐμπυρίως — ἐμπύριος belonging to the empyrean adverbial ἐμπύριος belonging to the empyrean masc/fem acc pl (doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐμπύριον — ἐμπύριος belonging to the empyrean masc/fem acc sg ἐμπύριος belonging to the empyrean neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐμπυρίοις — ἐμπύριος belonging to the empyrean masc/fem/neut dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐμπυρίου — ἐμπύριος belonging to the empyrean masc/fem/neut gen sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐμπυρίους — ἐμπύριος belonging to the empyrean masc/fem acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐμπυρίων — ἐμπύριος belonging to the empyrean masc/fem/neut gen pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐμπυρίῳ — ἐμπύριος belonging to the empyrean masc/fem/neut dat sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐμπύρια — ἐμπύριος belonging to the empyrean neut nom/voc/acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐμπύριοι — ἐμπύριος belonging to the empyrean masc/fem nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
empíreo — (Del gr. empyrios, que está en el fuego.) ► adjetivo 1 culto Del cielo: ■ las empíreas alturas. ► sustantivo masculino 2 culto Paraíso, cielo: ■ los ángeles del empíreo. * * * empíreo, a (del lat. «empyrĕus», del gr. «empýrios», inflamado) 1 n.… … Enciclopedia Universal